Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Πηρε στιγμες να γραφτει, μηνες που το διαβαζα, λιγο οινοπνευμα κι ενα βαμβακι, για να σβησει. Κι ηταν ο καθρεφτης παλι καθαρος, και ουτε εδειχνε λεζαντες, ουτε υποτιτλους, ουτε κατι που καποτε θυμομουν.
Κι ηταν τοσο απλο, κι ευκολο, και δεν κοστισε σχεδον τιποτε.
Και το βαμβακι, το πεταξα κι αυτο.
Μονο την αλλη μερα, ειδα μια κοκκινη κυλιδα στην παλαμη μου.
Και τους εδινα το χερι μου, κι αυτη μοιραζοταν, μα πηρε καιρο να σβησει.
Επειτα, ειδα αλλη μια στο μετωπο μου.
Θυμαμαι τις μερες που μετρουσα τις μερες
Θυμαμαι τις μερες που μετρουσα με τσιγαρα, κι επειτα με αποτσιγαρα,
με χαπια, ακινδυνα, ακινδυνες μαλλον κι αυτες
Κι επειτα, με τριμμενες σολες, σακουλες σουπερ-μαρκετ, που εγιναν σακουλες σκουπιδιων.
Κι επειτα, ηρθαν οι μερες που κονταιναμε τα παντελονια μας
εγω κι εσυ, συνολο δυο αντιθετων αριθμων.
Τα δικα μου φτερα με θυμηθηκαν παλι, μικρες φτερουγες που σε τρομαζαν και μ αγαπουσες.
Και τωρα αλλες μερες θα ερθουν, που θα μαθω ξανα το μετρημα,
θα αλλαξω μοναδες και νομισμα.
Κι ισως να μετραω ανα δυο, αντι για ενα.
Να ζω τις εικονες που τσαλακωνα,
και να παψει αυτη η λεξη να μου ακουγεται τοσο ομορφη.
Κι οσο για τις νυχτες, αυτες θα τις παρω εγω.